Φωτογραφία: Ο Νίκος Καζαντζάκης στον ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Φθινόπωρο 1927
Έρεισμα για τις συνθετικές αποφάσεις, προτείνεται να αποτελέσει το ίδιο το
έργο του συγγραφέα. Τον πυρήνα της σκέψης θα συγκροτήσει η Ασκητική (Salvatores Dei), την οποία ο Νίκος Καζαντζάκης ολοκληρώνει το
1923 και αποτελεί το μανιφέστο της βιοθεωρίας του. Όλα τα υπόλοιπα έργα του λειτουργούν,
εκτιμώ, ως μια λογοτεχνική και ποιητική αφήγηση της Ασκητικής, μέσω μιας
οντολογικής προσέγγισης των προσώπων με τα οποία ο συγγραφέας ταυτιζόταν: τον
Χριστό, τους Αγίους, τον Βούδα, τον Νίτσε, σε μια απόπειρα να χαράξει την δική
του πνευματική πορεία. Προτείνεται η επιλογή συγκεκριμένης βιβλιογραφίας από
την οποία θα αναζητηθεί αρχικά η σχέση των πρωταγωνιστών με τον χώρο, ως μια
προβολή της ατμόσφαιρας που ανταποκρίνεται στο είναι του συγγραφέα, και εν
συνεχεία, η σχέση των προκυπτουσών χωρικών θέσεων στο υπάρχον κτιριακό
συγκρότημα, η διερεύνηση της ένταξής τους εντός του, και η λειτουργία των
βλεμμάτων στο δυστοπικό πλάισιο της ασκητικής κατοίκησης εντός του αστικού
αστού.
Τα έργα στα οποία προτείνεται να αναζητηθεί η χωρική εμπειρία είναι:
• Ασκητική (Salvatores Dei) (1927)
• Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (1948)
• Ο Φτωχούλης του Θεού (1953)
• Ο Τελευταίος Πειρασμός (1951)
Η θέση η οποία προτείνεται να αναπτυχθεί η κατοίκηση είναι η καμινάδα και τα
άμεσα κτίρια πέριξ αυτής. Το ισχυρό κατακόρυφο στοιχείο του συγκροτήματος
δύναται να ερμηνευτεί ως το απαύγασμα του ασκητικού γίγνεσθαι: τον στύλο. Ο
στυλίτης αποτελεί έναν τύπο χριστιανικού ασκητισμού κατά τον οποίο ο ασκούμενος
διακυβεύει την ακεραιότητα του αναζητώντας τον Θεό, κατοικώντας πάνω σε
κατόρυφα στοιχεία. Εικονογραφίες της βυζαντινής περιόδου αναπαριστούν στυλίτες
πάνω σε ερειπωμένους στύλους αρχαίων ναών, ώστε να υποθέτουμε ότι αποτελούν την
πιο ακραία μορφή ασκητισμού. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης υπέβαλλε τον εαυτό του σε
καθημερινή άσκηση˙ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Κώστα Βάρναλη, όπως αναφέρονται
στον Κονταρομάχο, το βιογραφικό κείμενο που έγραψε γι’αυτόν ο Μενέλαος
Λουντέμης:
Λυπόταν έξαφνα απ’ τα βάθη
της ψυχής του τον Καζαντζάκη. Αυτός «τσιμπολογάει», έλεγε, δεν τρώει. Σωστό
ήταν. Ένα σύκο, ένα καρύδι, λίγα χόρτα βραστά. Ο Καζαντζάκης έλεγε «ο άνθρωπος
είναι πνέμα» και γι’ αυτό δεν ήθελε να τον εκχυδαΐσει. Λέμε για άγιους των
γραμμάτων, για τον Παπαδιαμάντη, για τον Μωραϊτίνη. Μα μπροστά σ' αυτούς ο Καζαντζάκης ήταν στυλίτης. Και το περίεργο,
στερούνταν εθελοντικά. [...] Γενικά λίγες απ’
τις γήινες χαρές γεύθηκε ο Καζαντζάκης. Απ’ τις ζωώδεις καμία.
Προτείνεται λοιπόν η ανάπτυξη των χώρων που θα προκύψουν από το πρόγραμμα
καθ’ύψος, περιμετρικά του κατακόρυφου στοιχείου του συγκροτήματος σε μια
σπειροειδή κίνηση προς τα πάνω (βλ. εικόνα_01).
Ταυτοχρόνως με την κίνηση αυτή, αποπειράται η ενεργοποίηση του ανενεργού
κατακόρυφου άξονα, ώστε να εισέλθει σε μια διαλεκτική σχέση βλεμμάτων με τον
ενεργό οριζόντιο άξονα που αναπτύσσεται εκκέντρως κατά μήκος του οικοπέδου (βλ. εικόνα _02). Η σχέση αυτή των βλεμμάτων θα
αποτελέσει θέμα ιδιαίτερης μέριμνας, λόγω της απόστασης που διατηρεί ο
συγγραφέας από τους ανθρώπους˙ απομονώνεται, αλλά βλέπει.
Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο
σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν΄ αφανίζεται ο κόσμος,
θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της
ματαιότητας (Ασκητική, σ.18)
Εικόνα_01: πρόταση της θέσης κατοίκησης στο συγκρότημα
(σκίτσα και κολάζ αποσπασμάτων)
Η πρόσβαση στον χώρο κατοίκησης προτείνεται να γίνει από την όδο Ασέας, στο
σημείο που έχει αφετηρία η πράσινη ζώνη στο όριο της όμορης ιδιοκτησίας (βλ. εικόνα _02), και
μια διαδρομή εντός της να καταλήγει στην είσοδο της νέας κατασκευής. Με τον
τρόπο αυτό, δίνεται η επιλογή στον κάτοικο να αποφύγει την επαφή με τους
υπόλοιπους χρήστες του συγκροτήματος. Επισπροσθέτως, στο ίδιο σκίτσο παρουσιάζονται
οι αρχικές προθέσεις για την ανάπτυξη των χώρων βάσει του προσανατολισμού και
των γύρω κτιρίων.
Εικόνα_02: πρόταση της θέσης κατοίκησης, προσβάσεις,
πιθανή διάταξη χώρων (σκίτσα)
Όσον αφορά την μορφολογική έκφραση της κατασκευής, προτείνονται τα ακόλουθα
βήματα: Αρχικά τον μετασχηματισμό της λογοτεχνικής αφήγησης, δηλαδή αποπασμάτων
από την επιλεγμένη βιβλιογραφία που επαναλαμβάνουν χωρικές θέσεις, ποιότητες
και πρωτίστως την ατμόσφαιρα, σε εικαστική αφήγηση. Εν συνεχεία τον
μετασχηματισμό της εικαστικής αφήγησης στο αρχιτεκτονικό εργαλείο που την
περιγράφει χωρικά και μορφολογικά, δηλαδή το σκίτσο. (βλ. εικόνα _03&04). Τέλος τον συνδυασμό των συνθετικών αποφάσεων,
όπως περιγράφονται στην προηγούμενη παράγραφο, με τα προκύπτοντα σκίτσα για την
αναζήτηση της τελικής πρότασης.
Εικόνα_03: μετασχηματισμός της λογοτεχνικής αφήγησης
(σκίτσα και κολάζ αποσπασμάτων)
Εικόνα_04: μετασχηματισμός της λογοτεχνικής αφήγησης
(σκίτσα και κολάζ αποσπασμάτων)
Σημειώνεται ότι με την εικαστική αφήγηση,
νοείται μια σύντομη εικαστική χειρονομία για το πως αντιλαμβάνεται εικονογραφικά
ο αναγνώστης (εν προκειμένω ο συντάξας) τα κείμενα και την γενικότερη
ατμόσφαιρα που περιέχουν. Το επιχείρημα είναι ότι αναγιγνώσκεται μια συνεχόμενη
αίσθηση υπαρξιακής αγωνίας και εσωτερικού αναβρασμού, η οποία αλλοιώνει και
επανανοηματοδοτεί τον χώρο. Στόχος λοιπόν είναι όχι μια στείρα αντιγραφή των
χώρων όπου αναπτύσσεται η εν λόγω αίσθηση σε μια νέα θεση εντός του υπάρχοντος διατιθέμενου
συγκροτημάτος, αλλά μια per analogiam μεταφορά της περιρρέουσας σπαρακτικής ατμόσφαιρας
της καζαντζακικής εξιστόρησης.
Τσιβόλας Δημήτριος